Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΖΕΙ ΚΑΙ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΝΤΕΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ

0
692

ΑΠΟ ΑΝΝΑ ΤΖΙΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ΕΝ ΤΗ ΛΕΞΕΙ ΛΟΓΟΣ

—————————————
Αριστοτέλης Τζανάκος

ΔΕΣ ΠΟΣΟ ΝΕΚΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ:

1) Το «εφαγον»
είναι ό αόριστος τού ηχοποιητου Ρήματος «τρώγω», χωρις Όμως να σχετίζεται με το γραμματικον θέμα τού ρηματος τρώγω. τα «εφαγον», «φάγω» «φαγητον» κλπ. .. παράγονται απο την ίεραν φηγον η φαγον τού Διός, το είδος δηλαδη τής δρυός με τα εδώδιμα βελανίδια. «Ή πρώτη τροφή, απο των δρυων» ύπήρξε, επεξηγεί το Έτυμολογικον το Μέγα.

«Ας θυμηθούμε και τους ‘ Αρκάδας:
«Αρκάδες προσέληνοι, φηγον εδοντες εν ο ύρεσιν.» Φηγον η φαγον εγεύσαντο, αρα εφαγον. τα Ίερα δείπνα προς τιμην ΔιΌς ωνομάζοντο «ίερα φαγήσια».
‘Όσο για το «χορταίνω», σημαίνει πληρούμαι τροφιϊς. Ειτε Όμως αυτη ή τροφη είναι σίτος, αρτος, άπλα «ψωμί» , είτε «φιλε μινιόν», ή γλώσσα διατηρεί τις δικές της απώτατες μνήμες και ενθυμείται τον ΧόΡτον που κάποτε την εχόΡταινε: «βολβοίς εμαυτον χορτάσω»…

2) χορτάσαι:
«απο τού ‘χόρτος’. Προ τής εύρέσεως τών ήμέρων τροφών, χόρτοις εκέχρηντο.»
«Προς ‘χορτασμον’ τού ανθρώπου εξήρκει ή γή, δια αυτοφυών ριζών και λαχανικών «.
ΚαΙ ό ποιητης Κράτης, πεινασμένος, αστειεύεται: «χόρτον εμfj συνεχώς δότε γαστέρι».
Ή εκφρασις «χόρτος γαστρος» (χορτάρι στην κοιλια) επλασε το ρημα «χορταίνω «.

3) αποκηρύττω.
Σήμερα σημαίνει αποβάλλω, απαρνούμαι. Έτυμολογείται εκ τού από + κηρύττω, κήρυξ.
διότι: «Ή αποκήρυξις εγίνετο γνωστη δια δημοσίο υ κήρυκος. Ό πατηρ εκήρυ ττε τον υίον απόκληρον, εαν ό υίος εζη ασώτως.»

4) αφηνιάζω.
Σημερινη εννοια: παρεκτρέπομαι, εναντιούμαι. Έτυμολογικα από + ήνία.
Οί ‘ίπποι, ώς ευπτόητα ζώα, ταράσσονται εϋκολα καί «δεινος εμπίπτει φόβος». όπότε αποβάλλοντες τα ήνία τρέχουν ανε ξέλεγκτα.» – απο-ήνιάζουν –. αφηνιάζουν.

5) αναχαιτίζω.
Το ρημα χρησιμοποιείται με την σημασια ανακόπτω, αναστρέφω. Π.χ. οί εχθροί αναχαιτισθηκαν.
Κυριολεκτικώς σημαινει «κρατώ όπίσω τον ϊππον, αναβαστάζων εκ τής χαίτης».

6) εξοστρακίζω.
‘Έχει την εννοιαν τού εξορίζω, αποβάλλω. Διότι εψήφιζον χρησιμοποιώντας δστρακα επί τών όποίων ανέγραφον το δνομα τού μέλλοντος να εξορισθη. «Προέβαινον εις εξοστρακισμον ατόμων επικινδύνων δια το δημόσιον πολίτευμα.» (Άλλα καί το ψηφίζω εκ τού ψηφίς. Ρίπτω εις σκεύος την ψηφίδα).

7) στηλιτεύω
σημαινει διασύρω, στιγματιζω, διότι «ανέγραφον επι στήλης το όνομα όνειδιζομένου πολίτου.
«Και, προπηλακίζω σημαινει ε ξευτελιζω, εκ τού προ +πηλος =λάσπη. «προπηλακίζω ε’ίρηται από τού πηλον επιχρίεσθαι τα πρόσωπα τών ατίμων, ους ασβόλφ (=μέ στάκτη) χρίουσιν». (Σουιδας) Ή εκφρασις «πετάω λάσπη» με την εννοια κηλιδώνω, επιβιώνει μέχρι σημερα.

8) καταλύω
διαμένω, φθάνω, παραμένω. Άνάμνησις απο την εποχη που εταξίδευαν με αμαξες ίππήλατες.
‘Όταν εφθαναν εις τον τόπον τού προορισμού, οί ύπηρέται «κατα ελυον» τους ‘ίππους εκ τού ζυγΟύ.
Π.χ. ό Τηλέμαχος φθάνει εις την Σπάρτην καί κατ’ εντολην τού Μενελάου, οί δε (δηλ. οί ύπηρέται) μεν λϋσαν ύπο ζυγού (τους ϊππους) και τους μεν κατέδησαν (εις την φάτνην), αυτους δε (δηλ. τους επισκέπτας) εισιjγον εις τον δόμον … ‘Οπότε οί επισκέπται εφθασαν, «κατέλυσαν».

9) κρασί:
ε κ τού ρήματος κεράννυμι = αναμειγνύω. » ‘Έπινον τον Οlνον κεκραμένον ο ί αρχαίοι μεθ’
υδατος». Συνήθης αναλογία: 1/3 οινου, 2/3 ϋδατος. Ή ανάμειξις εγινετο εντ6ς μεγάλων κρατήρων.
«Κρητήρα κερασάμενος μέθυ12 νείμον » περιγράφει ό ‘Όμηρος (η, 179). Καί «μελίφρονα Οlνον έκίρνα».
Έξ αυτού τού εκιρνα, κιρνώ, κεράννυμι, το σημερινο «κερνάω» καί «κέρασμα» .

10) επιχορήγησις.
Σήμερα σημαινει «χρηματικον ποσον παρεχόμενον εφ’ απαξ». Ή λέξις κατάγεται απο τον χορηγόν τού αρχαίου δράματος, τον πλούσιον δηλαδη πολίτην ό όποίος ανελάμβανε τα εξοδα τού χορού της τραγωδίας (χορος +αγω). «Έκάλουν χορηγους τους καθηγουμένους τού χορού, καθάπερ αυτο τουνομα σημαίνει». (Λουκιανός).

11) ψηφίζω:
«Οί Ά θηναίοι δικασται απέφαινον τας κρίσεις των χρώμενοι μικρών ψήφων, λευκών ij μαύρων», δθεν το σημερινον ψηφιζω = εκφράζω την γνώμην μου.» (Ψιϊφος = λιθάριον)

12) μέθυ:
άρχαιοτέρα λέξις διά τόν οίνον. ‘Ελέγετο μέθυ. ώς μετα τάς θυσίας πινόμενος. ‘Εκ τού μέθυ …μεθύω. (ο. Κατά τόν Άριστοτέλη. τό ρ. μεθύω ετυμολογείται εκ τού «μετά τό θύειν» δηλ. «το διά θεους οίνοιίσθαι». εκ ηϊς σπονδής ηϊς άποκαλουμένης «οίνιστήρια». «χρησθαι οίνφ μετά το θύειν δθεν μέθυ=οiνος.»

13) Πρωτόγονες,
προ»ίστορικες καταβολές, ανιχνεύονται καΙ στο ρημα κοιμωμαι η κέομαι η κέω κω, το όποίον εχει την απαρχή του στην εποχη τών σπηλαίων. ΤΟ Ε.Μ. επε ξηγεί: «κοιμώμαι, απο τού αρχικού και, σημαίνοντος ύπνώ». Ή ρίζα του κω εύρίσκεται και στην λέξι κωος που σημαίνει σπήλαιον:
πρώτη κοίτη, πρώτος κοιτών, ανθρώπων και ζώων. «εν σπήεσσι… κέονται» (π, 232) (=σε σπήλαια κοιμουνται) – «Βή κέων » (=πηγε να κοιμηθη) γράφει ό ‘Όμηρος. Συν τψ χρόνψ καΙ προίόντος του πολιτισμου, ή κοίτη στα σπήλαια παρέμεινε μόνον για τα άγρια ζώα, ενώ ό άνθρωπος επαυσε να είναι όρεσκώος και μετεκόμισε εις την κώμην, που και αυτη παράγεται εκ του κείμαι.
Και κάτι ακόμη σχετικόν, απο το Ε.Μ.: «κώδιονιο σημαίνει το τών προβάτων δέρμα, παρα το επ’ αυτών κοιμασθαι· παρα το κώ, το κοιμώμαι…»

ΑΝΝΑ ΤΖΙΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ο ΕΝ ΤΗ ΛΕΞΕΙ ΛΟΓΟΣ

 

respect